Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγαζί

/ma.ɣaˈzi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εμπορικό κατάστημα, οικοδόμημα που στεγάζει μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα Βικιλεξικό
    • «Που αγόρασες το πουκάμισο είπες;» / «Σε ένα μαγαζί». / «Και ποιός σ' το πούλησε εκεί; Ο ιδιοκτήτης, ο μαγαζάτορας;» (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
    • τό μαγαζί ἄδειασε ἀπό πελάτες, οἱ ὑπάλληλοι πῆγαν στο παραμάγαζο νά φᾶν (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης: Διηγήματα-Νουβέλες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 2000, σελ. 52)
  2. και δείτε άλλες σημασίες στον πληθυντικό μαγαζιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγαζί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαγαζί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγαζίμαγαζιά
Γενικήμαγαζιούμαγαζιών
Αιτιατικήμαγαζίμαγαζιά
Κλητικήμαγαζίμαγαζιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →