μαγαρίζω
•
- μεταβατικόλερώνω, μολύνω Βικιλεξικό
- μεταβατικόμολύνω, βεβηλώνω, μιαίνω Βικιλεξικό
- αμετάβατολερώνομαι Βικιλεξικό
- αμετάβατομολύνομαι, μιαίνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγαρίζω < αρχαία ελληνική μεγαρίζω (το ρήμα άρχισε να έχει μειωτική σημασία μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαγαρίζω | μαγαρίζεις | μαγαρίζει | μαγαρίζουμε | μαγαρίζετε | μαγαρίζουν / μαγαρίζουνε |
| Παρατατικός | μαγάριζα | μαγάριζες | μαγάριζε | μαγαρίζαμε | μαγαρίζατε | μαγάριζαν / μαγαρίζαν / μαγαρίζανε |
| Αόριστος | μαγάρισα | μαγάρισες | μαγάρισε | μαγαρίσαμε | μαγαρίσατε | μαγάρισαν / μαγαρίσαν / μαγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μαγαρίζω / θα μαγαρίσω | θα μαγαρίζεις / θα μαγαρίσεις | θα μαγαρίζει / θα μαγαρίσει | θα μαγαρίζουμε / θα μαγαρίσουμε | θα μαγαρίζετε / θα μαγαρίσετε | θα μαγαρίζουν / θα μαγαρίζουνε / θα μαγαρίσουν / θα μαγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαγαρίσει | έχεις μαγαρίσει | έχει μαγαρίσει | έχουμε μαγαρίσει | έχετε μαγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαγαρίσει | είχες μαγαρίσει | είχε μαγαρίσει | είχαμε μαγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαγαρίσει / να μαγαρίζω / να μαγαρίσω | να έχεις μαγαρίσει / να μαγαρίζεις / να μαγαρίσεις | να έχει μαγαρίσει / να μαγαρίζει / να μαγαρίσει | να έχουμε μαγαρίσει / να μαγαρίζουμε / να μαγαρίσουμε | να έχετε μαγαρίσει / να μαγαρίζετε / να μαγαρίσετε | να μαγαρίζουν / να μαγαρίζουνε / να μαγαρίσουν / να μαγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | μαγάριζε / μαγάρισε | — | — | μαγαρίζετε / μαγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →