μαγείρεμα
•
- μαγειρικήη παρασκευή φαγητού Βικιλεξικό
- Λίγα είναι τα φαγητά που δεν συγκινούνται από τη δάφνη. Όχι μόνο στην ελληνική κουζίνα μα και σε ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη (μια και αυτή είναι και η γενέτειρά της), ήδη από την αρχαιότητα, εκτός του ότι δαφνοστολίζει τους νικητές και τους ήρωες, αρωματίζει και τα μαγειρέματά μας, σούπες, όσπρια, το ρύζι και τα ριζότι, βουτάει σε πατάτες ψητές με κρέμα και κρέατα (ιδίως χοιρινό ή κουνέλι), καθώς και σε ψάρια μαγειρεμένα στο τηγάνι ή στον φούρνο.
- μεταφορικάπαρασκηνιακή δραστηριότητα για την ωραιοποιημένη παρουσίαση ή και παραποίηση αριθμητικών δεδομένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγείρεμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαγείρευμα με αφομοίωση vm > mm και απλοποιηση της προφοράς [mm] > [m]. Μορφολογικά, μαγειρε(ύω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγείρεμα | μαγειρέματα |
| Γενική | μαγειρέματος | μαγειρεμάτων |
| Αιτιατική | μαγείρεμα | μαγειρέματα |
| Κλητική | μαγείρεμα | μαγειρέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →