Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγειρειό

/ma.ʝiɾˈʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτο μαγειρείο Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: μαγερειό

Ετυμολογία

μαγειρειό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαγειρειόν < ελληνιστική κοινή μαγειρεῖον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγειρειόμαγειρειά
Γενικήμαγειρειούμαγειρειών
Αιτιατικήμαγειρειόμαγειρειά
Κλητικήμαγειρειόμαγειρειά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαγειρείο

/ma.ʝiˈɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. και στον πληθυντικόο χώρος σε μια μεγαλύτερη εγκατάσταση (όχι όμως σε σπίτι) όπου εργάζονται οι μάγειροι και ετοιμάζεται το φαγητό Βικιλεξικό
    • ο επιλοχίας τον έστειλε για αγγαρεία στα μαγειρεία
    • Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί που το μοιράζανε, και για να πας στο τσαντίρι σου γέμιζε χώμα και μύγες. Κόλαση πραγματική. (Στη Γυάρο το ‘67, alithia.gr, 22/04/2024 https://www.alithia.gr/kathimerina/sti-gyaro-67)
  2. λαϊκό εστιατόριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγειρείο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαγειρεῖον < μαγειρεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγειρείομαγειρεία
Γενικήμαγειρείουμαγειρείων
Αιτιατικήμαγειρείομαγειρεία
Κλητικήμαγειρείομαγειρεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →