μαγειρεύομαι
•
- για φαγητόπαρασκευάζομαι από κάποιον με μαγείρεμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κάι που ετοιμάζεται κρυφά Βικιλεξικό
- κάτι μαγειρεύεται εκεί πέρα
Ετυμολογία
μαγειρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος μαγειρεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →