μαγειριά
•
- η ποσότητα φαγητού που μπορεί να μαγειρευτεί σε ένα συγκεκριμένο σκεύος (καζάνι, κατσαρόλα κ.λπ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγειριά < μαγειρ- (πρβλ μάγειρας, μαγειρεύω) + -ιά (κατάληξη που δηλώνει ποσότητα -πρβλ κουταλιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγειριά | μαγειριές |
| Γενική | μαγειριάς | μαγειριών |
| Αιτιατική | μαγειριά | μαγειριές |
| Κλητική | μαγειριά | μαγειριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →