Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγειριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ποσότητα φαγητού που μπορεί να μαγειρευτεί σε ένα συγκεκριμένο σκεύος (καζάνι, κατσαρόλα κ.λπ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγειριά < μαγειρ- (πρβλ μάγειρας, μαγειρεύω) + -ιά (κατάληξη που δηλώνει ποσότητα -πρβλ κουταλιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγειριάμαγειριές
Γενικήμαγειριάςμαγειριών
Αιτιατικήμαγειριάμαγειριές
Κλητικήμαγειριάμαγειριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →