μαγευτικός
•
- για στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντοςπου μαγεύει με την ομορφιά του Βικιλεξικό
- μαγευτική νύχτα, μαγευτικό τοπίο
- […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
Ετυμολογία
μαγευτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μαγεύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγευτικός | μαγευτική | μαγευτικό |
| Γενική | μαγευτικού | μαγευτικής | μαγευτικού |
| Αιτιατική | μαγευτικό | μαγευτική | μαγευτικό |
| Κλητική | μαγευτικέ | μαγευτική | μαγευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγευτικοί | μαγευτικές | μαγευτικά |
| Γενική | μαγευτικών | μαγευτικών | μαγευτικών |
| Αιτιατική | μαγευτικούς | μαγευτικές | μαγευτικά |
| Κλητική | μαγευτικοί | μαγευτικές | μαγευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →