μαγεύτρα
•
- λογοτεχνικόαυτή που μαγεύει, γοητεύει Βικιλεξικό
- Περδικόστηθη Tσιγγάνα, ω μαγεύτρα, που μιλείς τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα γλώσσα προσταγής!
Ετυμολογία
μαγεύτρα < μαγεύ(ω) + -τρα. Διαφορετική η σημασία του μεσαιωνικού μαγεύτρια (μάγισσα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγεύτρα | μαγεύτρες |
| Γενική | μαγεύτρας | — |
| Αιτιατική | μαγεύτρα | μαγεύτρες |
| Κλητική | μαγεύτρα | μαγεύτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →