Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγεύτρα

/maˈʝef.tɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λογοτεχνικόαυτή που μαγεύει, γοητεύει Βικιλεξικό
    • Περδικόστηθη Tσιγγάνα, ω μαγεύτρα, που μιλείς τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα γλώσσα προσταγής!

Ετυμολογία

μαγεύτρα < μαγεύ(ω) + -τρα. Διαφορετική η σημασία του μεσαιωνικού μαγεύτρια (μάγισσα).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγεύτραμαγεύτρες
Γενικήμαγεύτρας—
Αιτιατικήμαγεύτραμαγεύτρες
Κλητικήμαγεύτραμαγεύτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →