μαγεύω
•
- κάνω μάγια σε κάποιον (για να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου) Βικιλεξικό
- μεταφορικάγοητεύω κάποιον με την ομορφιά μου ή με άλλα χαρίσματά μου Βικιλεξικό
- Μαγεύτηκα από τη μοναδική φωνή της.
- μεταφορικάπροκαλώ το δέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαγεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαγεύω | μαγεύεις | μαγεύει | μαγεύουμε | μαγεύετε | μαγεύουν / μαγεύουνε |
| Παρατατικός | μάγευα | μάγευες | μάγευε | μαγεύαμε | μαγεύατε | μάγευαν / μαγεύαν / μαγεύανε |
| Αόριστος | μάγεψα | μάγεψες | μάγεψε | μαγέψαμε | μαγέψατε | μάγεψαν / μαγέψαν / μαγέψανε |
| Μέλλοντας | θα μαγέψω / θα μαγεύω | θα μαγέψεις / θα μαγεύεις | θα μαγέψει / θα μαγεύει | θα μαγέψουμε / θα μαγεύουμε | θα μαγέψετε / θα μαγεύετε | θα μαγέψουν / θα μαγέψουνε / θα μαγεύουν / θα μαγεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαγέψει | έχεις μαγέψει | έχει μαγέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαγέψει | είχες μαγέψει | είχε μαγέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαγέψει / να μαγέψω / να μαγεύω | να έχεις μαγέψει / να μαγέψεις / να μαγεύεις | να έχει μαγέψει / να μαγέψει / να μαγεύει | να μαγέψουμε / να μαγεύουμε | να μαγέψετε / να μαγεύετε | να μαγέψουν / να μαγέψουνε / να μαγεύουν / να μαγεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε μαγεμένο / μάγευε / μάγεψε | — | — | μαγέψτε / μαγεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαγεύτηκαμαγεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →