μαγιάτικο
•
- είδος ψαριού (που ψαρεύεται -συνήθως- τον Μάιο) Βικιλεξικό
- βοτανικήλουλούδι που ανθίζει τον Μάιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγιάτικο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μαγιάτικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγιάτιη / μαγιάτιος / μαγιάτιο | μαγιάτιες / μαγιάτιοι / μαγιάτια |
| Γενική | μαγιάτιης / μαγιάτιου / μαγιάτιου | μαγιάτιων / μαγιάτιων / μαγιάτιων |
| Αιτιατική | μαγιάτιη / μαγιάτιο / μαγιάτιο | μαγιάτιες / μαγιάτιους / μαγιάτια |
| Κλητική | μαγιάτιη / μαγιάτιε / μαγιάτιο | μαγιάτιες / μαγιάτιοι / μαγιάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →