Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγιέτα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαπόρπη Βικιλεξικό
    • Όλοι φουρνίδοι (=διακοσμημένοι) με τες μαγιέτες των. (Από ναξιακό προικοσύμφωνο του 17ου αιώνα, http://www.physics.ntua.gr/~dris/EXELELLGLOSSAS.pdf, σελ. 14)

Ετυμολογία

μαγιέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική maglietta

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγιέταμαγιέτες
Γενικήμαγιέτας—
Αιτιατικήμαγιέταμαγιέτες
Κλητικήμαγιέταμαγιέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →