Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στη μαγεία Βικιλεξικό
    • Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)
  2. μεταφορικάμαγευτικός, πολύ όμορφος, αισθησιακός Βικιλεξικό
    • ζήσαμε μια νύχτα μαγική

Ετυμολογία

μαγικός < αρχαία ελληνική μαγικός < μάγος < αρχαία περσική magush

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαγικόςμαγικήμαγικό
Γενικήμαγικούμαγικήςμαγικού
Αιτιατικήμαγικόμαγικήμαγικό
Κλητικήμαγικέμαγικήμαγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαγικοίμαγικέςμαγικά
Γενικήμαγικώνμαγικώνμαγικών
Αιτιατικήμαγικούςμαγικέςμαγικά
Κλητικήμαγικοίμαγικέςμαγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →