μαγιοβότανο
•
- λαϊκότροποβοτάνι με μαγικές ιδιότητες, ιδίως στον ερωτικό τομέα Βικιλεξικό
- Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, να τρων, να μη γαβγίζουν, / σέρνουν το μαγιοβότανο, μαγεύουν τα κορίτσια. (Από ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι)
- το σιδερόχορτο τρυγάν, τ' αντίψυχο μαζώνουν,
- τα μαγιοβότανα πιοτά, για κέρασμα, ρουφάμε
- Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, 1920
- λαϊκότροποβοτάνι με μαγικές ιδιότητες, ως αποτροπαϊκό του θανάτου και δωρητής της αθανασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγιοβότανο < μάγι(α) + -ο- + βότανο (με επίδραση και της λέξης Μάης, του Μαγιού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγιοβότανο | μαγιοβότανα |
| Γενική | μαγιοβότανου | μαγιοβότανων |
| Αιτιατική | μαγιοβότανο | μαγιοβότανα |
| Κλητική | μαγιοβότανο | μαγιοβότανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →