Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγιόξυλο

/maˈʝo.ksi.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ξύλο (ή ένα πράσινο κλαδί) στολισμένο με λουλούδια (που περιφέρεται από παιδιά την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτομαγιάς) Βικιλεξικό
  2. οικείοτο ανδρικό μόριο, το πέος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγιόξυλο < Μά(ης), θέμα Μαγι- όπως στο Μαγιού με συνίζηση και συμφωνοποίηση (τροπή του [i] > [ʝ]) και επίδραση και της λέξης μάγια + -ό- + ξύλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγιόξυλομαγιόξυλα
Γενικήμαγιόξυλουμαγιόξυλων
Αιτιατικήμαγιόξυλομαγιόξυλα
Κλητικήμαγιόξυλομαγιόξυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →