μαγιόξυλο
•
- ξύλο (ή ένα πράσινο κλαδί) στολισμένο με λουλούδια (που περιφέρεται από παιδιά την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτομαγιάς) Βικιλεξικό
- οικείοτο ανδρικό μόριο, το πέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγιόξυλο < Μά(ης), θέμα Μαγι- όπως στο Μαγιού με συνίζηση και συμφωνοποίηση (τροπή του [i] > [ʝ]) και επίδραση και της λέξης μάγια + -ό- + ξύλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγιόξυλο | μαγιόξυλα |
| Γενική | μαγιόξυλου | μαγιόξυλων |
| Αιτιατική | μαγιόξυλο | μαγιόξυλα |
| Κλητική | μαγιόξυλο | μαγιόξυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →