μαγκίπιο
•
- παρωχημένοαρτοποιείο, φούρνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγκίπιο < μεσαιωνική ελληνική μαγκίπιον < μάγκιψ < λατινική manceps < manus + capio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγκίπιο | μαγκίπια |
| Γενική | μαγκίπιου / μαγκιπίου | μαγκιπίων |
| Αιτιατική | μαγκίπιο | μαγκίπια |
| Κλητική | μαγκίπιο | μαγκίπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →