Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγκίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόεμφατικά, ο μάγκας Βικιλεξικό
    • γειά σου μαγκίτη μου Ανέστο! (ένθετη προσφώνηση στον ερμηνευτή, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Ο πόνος του πρεζάκια» [1936] του Ανέστου Δελιά)

Ετυμολογία

μαγκίτης < μάγκ(ας) + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγκίτηςμαγκίτες
Γενικήμαγκίτημαγκιτών
Αιτιατικήμαγκίτημαγκίτες
Κλητικήμαγκίτημαγκίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →