Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγκαζίνο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τηλεοπτική εκπομπή με περιγραφικό περιεχόμενο Βικιλεξικό
    • {παράθεμα}} Μέχρι και σήμερα έχει κρατήσει το ίδιο αψεγάδιαστο στιλ στην εμφάνισή του, όπως όταν παρουσίαζε ένα από τα κεντρικά ειδησεογραφικά μαγκαζίνα στο δεύτερο δημόσιο κανάλι ZDF (Ο "μαραθωνοδρόμος" στο πλευρό της Μέρκελ, capital.gr, 25/10/2019https://www.capital.gr/diethni/3389873/o-marathonodromos-sto-pleuro-tis-merkel/)
  2. περιοδικό ποικίλων θεμάτων Βικιλεξικό
  3. γεμιστήρας αυτόματου όπλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγκαζίνο < γαλλική magazine

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγκαζίνομαγκαζίνα
Γενικήμαγκαζίνουμαγκαζίνων
Αιτιατικήμαγκαζίνομαγκαζίνα
Κλητικήμαγκαζίνομαγκαζίνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →