μαγκανοπήγαδο
•
- πηγάδι που το νερό του αντλείται με μαγκάνι Βικιλεξικό
- το μαγκάνι του πηγαδιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κουραστική και μονότονη δουλειά, η ρουτίνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγκανοπήγαδο < μαγκάνι + πηγάδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγκανοπήγαδο | μαγκανοπήγαδα |
| Γενική | μαγκανοπήγαδου | μαγκανοπήγαδων |
| Αιτιατική | μαγκανοπήγαδο | μαγκανοπήγαδα |
| Κλητική | μαγκανοπήγαδο | μαγκανοπήγαδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →