μαγκιόρος
•
- μάγκας, ικανός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγκιόρος : Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη ίσως από την ιταλική maggiore (μεγαλύτερος) με επίδραση του μάγκας < λατινική major. Αναφέρει επίσης την πιθανότητα δανείου από την τουρκική mağrur (περήφανος, αλαζόνας). : Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, άγνωστης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγκιόρος | μαγκιόροι |
| Γενική | μαγκιόρου | μαγκιόρων |
| Αιτιατική | μαγκιόρο | μαγκιόρους |
| Κλητική | μαγκιόρε | μαγκιόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →