Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγκλαράς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόμαντραχαλάς, ψηλός και άχαρος Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: μαγκλάρας

Ετυμολογία

μαγκλαράς < Κατά το Λεξικό Τριανταφυλλίδη, άγνωστης ετυμολογίας. Το Λεξικό Μπαμπινιώτη του 2002 το συνδέει με το μέγκλος ή τη μέγκλα με αφομοίωση, ενώ στο Ετυμολογικό Μπαμπινιώτη, δεν αναφέρεται η λέξη στο λήμμα «μέγκλα».

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγκλαράςμαγκλαράδες
Γενικήμαγκλαράμαγκλαράδων
Αιτιατικήμαγκλαράμαγκλαράδες
Κλητικήμαγκλαράμαγκλαράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαγκλάρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη εκφορά της λέξης μαγκλαράς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →