Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγκουφιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ερημιά, η μοναξιά, η έλλειψη οποιουδήποτε οικογενειακού δεσμού και απογόνων, κακομοιριά Βικιλεξικό
  2. η παραξενιά και ο εγωισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγκουφιά < μαγκούφης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγκουφιάμαγκουφιές
Γενικήμαγκουφιάςμαγκουφιών
Αιτιατικήμαγκουφιάμαγκουφιές
Κλητικήμαγκουφιάμαγκουφιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →