μαγκουφιά
•
- η ερημιά, η μοναξιά, η έλλειψη οποιουδήποτε οικογενειακού δεσμού και απογόνων, κακομοιριά Βικιλεξικό
- η παραξενιά και ο εγωισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγκουφιά < μαγκούφης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγκουφιά | μαγκουφιές |
| Γενική | μαγκουφιάς | μαγκουφιών |
| Αιτιατική | μαγκουφιά | μαγκουφιές |
| Κλητική | μαγκουφιά | μαγκουφιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →