Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγκούρα

/maŋˈɡu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ραβδί που κρατούν συνήθως οι ηλικιωμένοι όταν βαδίζουν, μπορεί όμως να χρησιμεύσει και ως όπλο για τον ξυλοδαρμό αντιπάλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγκούρα < (άμεσο δάνειο) τουρκική mangur (ξύλινη λαιμαριά) + κατάληξη θηλυκού -α. Παλιότερα είχε συνδεθεί με ελληνιστική γλώσσα του Ησύχιου: μακκούρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγκούραμαγκούρες
Γενικήμαγκούρας—
Αιτιατικήμαγκούραμαγκούρες
Κλητικήμαγκούραμαγκούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →