μαγκώνω
•
- σφίγγω κάτι με μάγκανο Βικιλεξικό
- Μάγκωσέ το καλά, για να να...
- παθητική φωνήπιάνεται ένα μέλος του σώματός μου και συσφίγγεται από μηχανισμό παρόμοιο με του μαγκάνου, όπως μια πόρτα ή ένα συρτάρι που κλείνει απότομα Βικιλεξικό
- παθητική φωνήμαζεύομαι, φέρομαι πολύ συγκρατημένα, νιώθω αμήχανα Βικιλεξικό
- οι αρματωλοί ξαφνικά μαγκώθηκαν, απαντούσαν με μονοσύλλαβα, δεν ήθελαν να πουν.
Ετυμολογία
μαγκώνω < *μαγκανώνω / *μαγγανώνω < μάγκανο / μάγγανο < ελληνιστική κοινή μάγγανον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαγκώνω | μαγκώνεις | μαγκώνει | μαγκώνουμε | μαγκώνετε | μαγκώνουν / μαγκώνουνε |
| Παρατατικός | μάγκωνα | μάγκωνες | μάγκωνε | μαγκώναμε | μαγκώνατε | μάγκωναν / μαγκώναν / μαγκώνανε |
| Αόριστος | μάγκωσα | μάγκωσες | μάγκωσε | μαγκώσαμε | μαγκώσατε | μάγκωσαν / μαγκώσαν / μαγκώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαγκώνω / θα μαγκώσω | θα μαγκώνεις / θα μαγκώσεις | θα μαγκώνει / θα μαγκώσει | θα μαγκώνουμε / θα μαγκώσουμε | θα μαγκώνετε / θα μαγκώσετε | θα μαγκώνουν / θα μαγκώνουνε / θα μαγκώσουν / θα μαγκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαγκώσει | έχεις μαγκώσει | έχει μαγκώσει | έχουμε μαγκώσει | έχετε μαγκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαγκώσει | είχες μαγκώσει | είχε μαγκώσει | είχαμε μαγκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαγκώσει / να μαγκώνω / να μαγκώσω | να έχεις μαγκώσει / να μαγκώνεις / να μαγκώσεις | να έχει μαγκώσει / να μαγκώνει / να μαγκώσει | να έχουμε μαγκώσει / να μαγκώνουμε / να μαγκώσουμε | να έχετε μαγκώσει / να μαγκώνετε / να μαγκώσετε | να μαγκώνουν / να μαγκώνουνε / να μαγκώσουν / να μαγκώσουνε |
| Προστακτική | — | μάγκωνε / μάγκωσε | — | — | μαγκώνετε / μαγκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →