μαγνητίζω
•
- φυσικήδίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- Το έτριψα με μαλλί και το μαγνήτισα
- μεταφυσικήκάνω κάποιον να με υπακούει με ύπνωση ή γενικά τον υποβάλλω και ενεργεί ως όργανό μου, σαν να μην έχει βούληση (με την τεχνική του μεσμερισμού, με χρήση του λεγόμενου ζωϊκού μαγνητισμού) Βικιλεξικό
- Τον μαγνήτισε και ενεργούσε σαν ρομπότ
- μεταφορικάέλκω ερωτικά και κάνω τον άλλο άβουλο όργανό μου (απο τον ζωϊκό μαγνητισμό και όχι το φυσικό) Βικιλεξικό
- Με μαγνήτισαν τα μάτια της και τα έχασα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν
- επηρεάζω τους άλλους με την έντονη προσωπικότητά μου που τους καθηλώνει Βικιλεξικό
- Είναι λαοπλάνος και όταν ανεβαίνει στην εξέδρα των συγκεντρώσεων μαγνητίζει τα πλήθη
Ετυμολογία
μαγνητίζω < μαγνήτης
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαγνητίζω | μαγνητίζεις | μαγνητίζει | μαγνητίζουμε | μαγνητίζετε | μαγνητίζουν / μαγνητίζουνε |
| Παρατατικός | μαγνήτιζα | μαγνήτιζες | μαγνήτιζε | μαγνητίζαμε | μαγνητίζατε | μαγνήτιζαν / μαγνητίζαν / μαγνητίζανε |
| Αόριστος | μαγνήτισα | μαγνήτισες | μαγνήτισε | μαγνητίσαμε | μαγνητίσατε | μαγνήτισαν / μαγνητίσαν / μαγνητίσανε |
| Μέλλοντας | θα μαγνητίζω / θα μαγνητίσω | θα μαγνητίζεις / θα μαγνητίσεις | θα μαγνητίζει / θα μαγνητίσει | θα μαγνητίζουμε / θα μαγνητίσουμε | θα μαγνητίζετε / θα μαγνητίσετε | θα μαγνητίζουν / θα μαγνητίζουνε / θα μαγνητίσουν / θα μαγνητίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαγνητίσει | έχεις μαγνητίσει | έχει μαγνητίσει | έχουμε μαγνητίσει | έχετε μαγνητίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαγνητίσει | είχες μαγνητίσει | είχε μαγνητίσει | είχαμε μαγνητίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαγνητίσει / να μαγνητίζω / να μαγνητίσω | να έχεις μαγνητίσει / να μαγνητίζεις / να μαγνητίσεις | να έχει μαγνητίσει / να μαγνητίζει / να μαγνητίσει | να έχουμε μαγνητίσει / να μαγνητίζουμε / να μαγνητίσουμε | να έχετε μαγνητίσει / να μαγνητίζετε / να μαγνητίσετε | να μαγνητίζουν / να μαγνητίζουνε / να μαγνητίσουν / να μαγνητίσουνε |
| Προστακτική | — | μαγνήτιζε / μαγνήτισε | — | — | μαγνητίζετε / μαγνητίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →