Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγνητίζω

ρήμα
•
  1. φυσικήδίνω με ειδική τεχνική μαγνητικές ιδιότητες σε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Το έτριψα με μαλλί και το μαγνήτισα
  2. μεταφυσικήκάνω κάποιον να με υπακούει με ύπνωση ή γενικά τον υποβάλλω και ενεργεί ως όργανό μου, σαν να μην έχει βούληση (με την τεχνική του μεσμερισμού, με χρήση του λεγόμενου ζωϊκού μαγνητισμού) Βικιλεξικό
    • Τον μαγνήτισε και ενεργούσε σαν ρομπότ
  3. μεταφορικάέλκω ερωτικά και κάνω τον άλλο άβουλο όργανό μου (απο τον ζωϊκό μαγνητισμό και όχι το φυσικό) Βικιλεξικό
    • Με μαγνήτισαν τα μάτια της και τα έχασα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν
  4. επηρεάζω τους άλλους με την έντονη προσωπικότητά μου που τους καθηλώνει Βικιλεξικό
    • Είναι λαοπλάνος και όταν ανεβαίνει στην εξέδρα των συγκεντρώσεων μαγνητίζει τα πλήθη

Ετυμολογία

μαγνητίζω < μαγνήτης

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαγνητίζωμαγνητίζειςμαγνητίζειμαγνητίζουμεμαγνητίζετεμαγνητίζουν / μαγνητίζουνε
Παρατατικόςμαγνήτιζαμαγνήτιζεςμαγνήτιζεμαγνητίζαμεμαγνητίζατεμαγνήτιζαν / μαγνητίζαν / μαγνητίζανε
Αόριστοςμαγνήτισαμαγνήτισεςμαγνήτισεμαγνητίσαμεμαγνητίσατεμαγνήτισαν / μαγνητίσαν / μαγνητίσανε
Μέλλονταςθα μαγνητίζω / θα μαγνητίσωθα μαγνητίζεις / θα μαγνητίσειςθα μαγνητίζει / θα μαγνητίσειθα μαγνητίζουμε / θα μαγνητίσουμεθα μαγνητίζετε / θα μαγνητίσετεθα μαγνητίζουν / θα μαγνητίζουνε / θα μαγνητίσουν / θα μαγνητίσουνε
Παρακείμενοςέχω μαγνητίσειέχεις μαγνητίσειέχει μαγνητίσειέχουμε μαγνητίσειέχετε μαγνητίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μαγνητίσειείχες μαγνητίσειείχε μαγνητίσειείχαμε μαγνητίσει——
Υποτακτικήνα έχω μαγνητίσει / να μαγνητίζω / να μαγνητίσωνα έχεις μαγνητίσει / να μαγνητίζεις / να μαγνητίσειςνα έχει μαγνητίσει / να μαγνητίζει / να μαγνητίσεινα έχουμε μαγνητίσει / να μαγνητίζουμε / να μαγνητίσουμενα έχετε μαγνητίσει / να μαγνητίζετε / να μαγνητίσετενα μαγνητίζουν / να μαγνητίζουνε / να μαγνητίσουν / να μαγνητίσουνε
Προστακτική—μαγνήτιζε / μαγνήτισε——μαγνητίζετε / μαγνητίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →