Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγνητοθεραπεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αξιοποίηση των μαγνητών στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων, όπως π.χ. στην ανίχνευση ή και απομάκρυνση ξένων σωμάτων που έχουν μπει στο σώμα Βικιλεξικό
  2. εναλλακτικές μορφές θεραπείας με αβέβαιο ή και αντιεπιστημονικό υπόβαθρο Βικιλεξικό
  3. μορφές πειραματικής θεραπείας που χρησιμοποιούν μαγνητικά πεδία για τη διέγερση νευρώνων στον εγκέφαλο ("εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση") γιά διάφορες παθήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγνητοθεραπεία < μαγνήτης + -θεραπεία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγνητοθεραπείαμαγνητοθεραπείες
Γενικήμαγνητοθεραπείαςμαγνητοθεραπειών
Αιτιατικήμαγνητοθεραπείαμαγνητοθεραπείες
Κλητικήμαγνητοθεραπείαμαγνητοθεραπείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →