μαγνητοσκοπώ
•
- εγγράφω εικόνα σε μαγνητική ταινία, αλλά και γενικά εγγράφω εικόνες με οποιουδήποτε τύπου κάμερα για να τις προβάλλω αργότερα ή γενικά για να τις έχω στη διάθεσή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγνητοσκοπώ < μαγνητοσκοπῶ στην καθαρεύουσα < μαγνήτης + σκοπῶ
Άλλοι τύποι
μαγνητοσκοπήσωμαγνητοσκοπημένοςμαγνητοσκοπούμαιμαγνητοσκοπούσαμαγνητοσκόπησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →