μαγνητόμετρο
•
- συσκευή που μετρά μαγνητικά πεδία και τις αποκλίσεις τους, τυχόν μαγνητικές ανωμαλίες, και μπορεί π.χ. να ανιχνεύουν σιδερένια αντικείμενα, στη θάλασσα υποβρύχια, να ανιχνεύουν στην ξηρα και στη θάλασσα αρχαιολογικούς θησαυρούς αλλά και να ενσωματώνεται σε κινητά τηλέφωνα σαν πυξίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγνητόμετρο < (μαγνητ)ισμός + -μετρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγνητόμετρο | μαγνητόμετρα |
| Γενική | μαγνητομέτρου / μαγνητόμετρου | μαγνητομέτρων |
| Αιτιατική | μαγνητόμετρο | μαγνητόμετρα |
| Κλητική | μαγνητόμετρο | μαγνητόμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →