Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγνητόμετρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συσκευή που μετρά μαγνητικά πεδία και τις αποκλίσεις τους, τυχόν μαγνητικές ανωμαλίες, και μπορεί π.χ. να ανιχνεύουν σιδερένια αντικείμενα, στη θάλασσα υποβρύχια, να ανιχνεύουν στην ξηρα και στη θάλασσα αρχαιολογικούς θησαυρούς αλλά και να ενσωματώνεται σε κινητά τηλέφωνα σαν πυξίδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγνητόμετρο < (μαγνητ)ισμός + -μετρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγνητόμετρομαγνητόμετρα
Γενικήμαγνητομέτρου / μαγνητόμετρουμαγνητομέτρων
Αιτιατικήμαγνητόμετρομαγνητόμετρα
Κλητικήμαγνητόμετρομαγνητόμετρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →