Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγουλάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του μάγουλο Βικιλεξικό
    • Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )

Ετυμολογία

μαγουλάκι < μάγουλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγουλάκιμαγουλάκια
Γενική——
Αιτιατικήμαγουλάκιμαγουλάκια
Κλητικήμαγουλάκιμαγουλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →