μαγούλα
•
- λαϊκότροπολόφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαγούλα < (άμεσο δάνειο) αλβανική magulë (σωρός, λόφος) < σλαβικής προέλευσης гомила (επιτύμβιος σωρός λίθων, λόφος) < πρωτοσλαβική *gomyla (επιτύμβιος σωρός λίθων) (πβ. ρουμανικά măgură: λόφος) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγούλα | μαγούλες |
| Γενική | μαγούλας | — |
| Αιτιατική | μαγούλα | μαγούλες |
| Κλητική | μαγούλα | μαγούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →