μαδέρα
•
- τεχνολογία τροφίμωνδυνατό κρασί με ιδιαίτερο άρωμα και γεύση, που παρασκευάζεται παραδοσιακά στο πορτογαλικό νησί Μαδέρα και χρησιμοποιείται ενίοτε και στη μαγειρική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαδέρα < γαλλική madère (ή ιταλική madera) < Madère < πορτογαλική Madeira < madeira < λατινική materia (ξυλεία) < mater < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr ( μήτηρ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαδέρα | μαδέρες |
| Γενική | μαδέρας | μαδερών |
| Αιτιατική | μαδέρα | μαδέρες |
| Κλητική | μαδέρα | μαδέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →