μαδέρι
•
- κομμάτι ξύλου με μεγάλο πάχος σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου Βικιλεξικό
- Πρέπει να στερεώσουν τους σκισμένους μουσαμάδες, να καρφώσουν σπασμένα μαδέρια, να ασφαλίσουν τους φωναγωγούς, να ρίχνουν το μάτι τους στα σπιράγια και στις γραδελάδες της μηχανής. Να' χουνε το νου τους στα φινιστρίνια. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 184)
- οικοδομικήσανίδα σκαλωσιάς τεχνικών έργων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαδέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαδέρι (& τύπος ματέρι) < μεσαιωνική λατινική maderium < λατινική materia (ύλη - ξυλεία). Περισσότερα στο μεσαιωνικό μαδέρι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαδέρι | μαδέρια |
| Γενική | μαδεριού | μαδεριών |
| Αιτιατική | μαδέρι | μαδέρια |
| Κλητική | μαδέρι | μαδέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →