μαδώ
•
- αφαιρώ τραβώντας τις τρίχες από μαλλιά ή γένια Βικιλεξικό
- αφαιρώ τα φτερά από πουλί, το ξεπουπουλιάζω Βικιλεξικό
- κατ' αναλογίααφαιρώ τα φύλλα από κλαδί, τα πέταλα από λουλούδι Βικιλεξικό
- αμετάβατοπέφτω (για τρίχες, πούπουλα, πέταλα) Βικιλεξικό
- αργκόπαίρνω από κάποιον όλα του τα λεφτά Βικιλεξικό
- πήγε να παίξει χαρτιά και έπεσε πάνω σε κάτι ααετονύχηδες που τονε μαδήσανε
Ετυμολογία
μαδώ < (ελληνιστική κοινή) μαδάω, -ῶ (πέφτω (για μαλλιά), είμαι φαλακρός)
Άλλοι τύποι
μάδησαμαδήσωμαδημένοςμαδιέμαιμαδούσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →