Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαζευτή

ρήμα
•
  1. το "μαζευτεί" της νεοελληνικής, μεταγραφή της παλιότερης γραφή "μαζευτῇ" (έτσι γραφόταν το γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα ή υποτακτικής αορίστου του ρήματος μαζεύομαι στην καθαρεύουσα και πρωτύτερα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαζευτή < μαζευτῇ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →