μαζεύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος μαζεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαζεύομαι | μαζεύεσαι | μαζεύεται | μαζευόμαστε | μαζεύεστε | μαζεύονται |
| Παρατατικός | μαζευόμουν / μαζευόμουνα | μαζευόσουν / μαζευόσουνα | μαζευόταν / μαζευότανε | μαζευόμασταν / μαζευόμαστε | μαζευόσασταν / μαζευόσαστε | μαζευόντουσαν / μαζεύονταν |
| Αόριστος | μαζεύτηκα | μαζεύτηκες | μαζεύτηκε | μαζευτήκαμε | μαζευτήκατε | μαζευτήκαν / μαζευτήκανε / μαζεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα μαζευτώ / θα μαζεύομαι | θα μαζευτείς / θα μαζεύεσαι | θα μαζευτεί / θα μαζεύεται | θα μαζευτούμε / θα μαζευόμαστε | θα μαζευτείτε / θα μαζεύεστε | θα μαζευτούν / θα μαζευτούνε / θα μαζεύονται |
| Παρακείμενος | έχω μαζευτεί | έχεις μαζευτεί | έχει μαζευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαζευτεί | είχες μαζευτεί | είχε μαζευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαζευτεί / να μαζευτώ / να μαζεύομαι | να έχεις μαζευτεί / να μαζευτείς / να μαζεύεσαι | να έχει μαζευτεί / να μαζευτεί / να μαζεύεται | να μαζευτούμε / να μαζευόμαστε | να μαζευτείτε / να μαζεύεστε | να μαζευτούν / να μαζευτούνε / να μαζεύονται |
| Προστακτική | — | μαζέψου / μαζεύου | — | — | μαζευτείτε / μαζεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →