μαζικός
•
- που είναι ή γίνεται σε τεράστια ποσότητα Βικιλεξικό
- Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
- που αναφέρεται ή που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ατόμων Βικιλεξικό
- φυσικήπου σχετίζεται με την μάζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαζικός < μάζ(α) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en masse
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαζικός | μαζική | μαζικό |
| Γενική | μαζικού | μαζικής | μαζικού |
| Αιτιατική | μαζικό | μαζική | μαζικό |
| Κλητική | μαζικέ | μαζική | μαζικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαζικοί | μαζικές | μαζικά |
| Γενική | μαζικών | μαζικών | μαζικών |
| Αιτιατική | μαζικούς | μαζικές | μαζικά |
| Κλητική | μαζικοί | μαζικές | μαζικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →