Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαζικός

/ma.ziˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ή γίνεται σε τεράστια ποσότητα Βικιλεξικό
    • Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
  2. που αναφέρεται ή που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ατόμων Βικιλεξικό
  3. φυσικήπου σχετίζεται με την μάζα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαζικός < μάζ(α) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική en masse

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαζικόςμαζικήμαζικό
Γενικήμαζικούμαζικήςμαζικού
Αιτιατικήμαζικόμαζικήμαζικό
Κλητικήμαζικέμαζικήμαζικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαζικοίμαζικέςμαζικά
Γενικήμαζικώνμαζικώνμαζικών
Αιτιατικήμαζικούςμαζικέςμαζικά
Κλητικήμαζικοίμαζικέςμαζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →