μαζοχίστρια
•
- κάποια που απολαμβάνει την αίσθηση του πόνου, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαζοχίστρια < μαζοχιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαζοχίστρια | μαζοχίστριες |
| Γενική | μαζοχίστριας | μαζοχιστριών |
| Αιτιατική | μαζοχίστρια | μαζοχίστριες |
| Κλητική | μαζοχίστρια | μαζοχίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →