Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαζοχιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο μαζιχιστή και στο μαζοχισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαζοχιστικός < μαζοχιστής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαζοχιστικόςμαζοχιστικήμαζοχιστικό
Γενικήμαζοχιστικούμαζοχιστικήςμαζοχιστικού
Αιτιατικήμαζοχιστικόμαζοχιστικήμαζοχιστικό
Κλητικήμαζοχιστικέμαζοχιστικήμαζοχιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαζοχιστικοίμαζοχιστικέςμαζοχιστικά
Γενικήμαζοχιστικώνμαζοχιστικώνμαζοχιστικών
Αιτιατικήμαζοχιστικούςμαζοχιστικέςμαζοχιστικά
Κλητικήμαζοχιστικοίμαζοχιστικέςμαζοχιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →