μαζωχτός
•
- είδος ελληνικού παραδοσιακού χορού (Ναυπάκτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαζωχτός < +μαζω(νω) + -κτος (κατά του μουλωχτός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μαζωχτός < +μαζω(νω) + -κτος (κατά του μουλωχτός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
μαζωχτός < +μαζω(νω) + -κτος (κατά του μουλωχτός)
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαζωχτός | μαζωχτή | μαζωχτό |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →