μαθεύομαι
•
- για νέαγίνεται γνωστό Βικιλεξικό
- Δε μαθεύτηκε τίποτα. Το κρατούν όλοι επτασφράγιστο μυστικό.
- Η αλήθεια πάντα μαθεύεται.
- σε γ' πρόσωπο κυρίως αορίστου: απρόσωπο ρήμαδιαδίδεται η φήμη Βικιλεξικό
- Μόλις μαθεύτηκε ότι παραιτήθηκε ο πρόεδρος.
- Μαθεύεται ότι θα παντρευτείς· αληθεύει;
Ετυμολογία
μαθεύομαι < συνοπτικό θέμα μαθ- από το ρήμα μαθαίνω + επίθημα -εύομαι
Άλλοι τύποι
μαθαίνομαιμαθευτώμαθευόμουνμαθεύτηκαμαθημένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →