Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαθεύομαι

/maˈθe.vo.me/ρήμα
•
  1. για νέαγίνεται γνωστό Βικιλεξικό
    • Δε μαθεύτηκε τίποτα. Το κρατούν όλοι επτασφράγιστο μυστικό.
    • Η αλήθεια πάντα μαθεύεται.
  2. σε γ' πρόσωπο κυρίως αορίστου: απρόσωπο ρήμαδιαδίδεται η φήμη Βικιλεξικό
    • Μόλις μαθεύτηκε ότι παραιτήθηκε ο πρόεδρος.
    • Μαθεύεται ότι θα παντρευτείς· αληθεύει;

Ετυμολογία

μαθεύομαι < συνοπτικό θέμα μαθ- από το ρήμα μαθαίνω + επίθημα -εύομαι

Άλλοι τύποι

μαθαίνομαιμαθευτώμαθευόμουνμαθεύτηκαμαθημένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →