μαθημένος
•
- αυτός που έχει εξοικειωθεί με κάτι, έχει συνηθίσει Βικιλεξικό
- μαθημένα τα βουνά στα χιόνια
- αυτός που έχει αποκτήσει εμπειρίες σχετικά με κάτι Βικιλεξικό
- Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Ετυμολογία
μαθημένος < Από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος μαθαίνω.
Άλλοι τύποι
μαθημέναμαθημένεμαθημένεςμαθημένημαθημένηςμαθημένομαθημένοιμαθημένοςμαθημένουμαθημένουςμαθημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →