μαθηματικός
•
- επάγγελμαο/η επιστήμονας που ασχολείται με τα μαθηματικά Βικιλεξικό
- επάγγελμαο καθηγητής/η καθηγήτρια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκει το μάθημα των μαθηματικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαθηματικός< ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μαθηματικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →