Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαθηματικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο/η επιστήμονας που ασχολείται με τα μαθηματικά Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαο καθηγητής/η καθηγήτρια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκει το μάθημα των μαθηματικών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαθηματικός< ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μαθηματικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαθηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει στην επιστήμη των μαθηματικών Βικιλεξικό
    • μαθηματική απόδειξη
  2. που έχει ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά Βικιλεξικό
    • μαθηματικό μυαλό
  3. δείτε μαθηματικός Βικιλεξικό
  4. τα μαθηματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαθηματικός < αρχαία ελληνική μαθηματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαθηματικόςμαθηματικήμαθηματικό
Γενικήμαθηματικούμαθηματικήςμαθηματικού
Αιτιατικήμαθηματικόμαθηματικήμαθηματικό
Κλητικήμαθηματικέμαθηματικήμαθηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαθηματικοίμαθηματικέςμαθηματικά
Γενικήμαθηματικώνμαθηματικώνμαθηματικών
Αιτιατικήμαθηματικούςμαθηματικέςμαθηματικά
Κλητικήμαθηματικοίμαθηματικέςμαθηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →