Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαθησιακός

/ma.θi.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη μάθηση Βικιλεξικό
    • Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.

Ετυμολογία

μαθησιακός < μάθησ(η) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαθησιακόςμαθησιακήμαθησιακό
Γενικήμαθησιακούμαθησιακήςμαθησιακού
Αιτιατικήμαθησιακόμαθησιακήμαθησιακό
Κλητικήμαθησιακέμαθησιακήμαθησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαθησιακοίμαθησιακέςμαθησιακά
Γενικήμαθησιακώνμαθησιακώνμαθησιακών
Αιτιατικήμαθησιακούςμαθησιακέςμαθησιακά
Κλητικήμαθησιακοίμαθησιακέςμαθησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →