μαθησιακός
•
- σχετικός με τη μάθηση Βικιλεξικό
- Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.
Ετυμολογία
μαθησιακός < μάθησ(η) + -ιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαθησιακός | μαθησιακή | μαθησιακό |
| Γενική | μαθησιακού | μαθησιακής | μαθησιακού |
| Αιτιατική | μαθησιακό | μαθησιακή | μαθησιακό |
| Κλητική | μαθησιακέ | μαθησιακή | μαθησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαθησιακοί | μαθησιακές | μαθησιακά |
| Γενική | μαθησιακών | μαθησιακών | μαθησιακών |
| Αιτιατική | μαθησιακούς | μαθησιακές | μαθησιακά |
| Κλητική | μαθησιακοί | μαθησιακές | μαθησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →