μαθητεύω
•
- παρακολουθώ μαθήματα, κυρίως τεχνικά και πρακτικά, σχετικά με κάποιο θέμα, μαθαίνω τέχνη ή επάγγελμα κοντά σε κάποιον Βικιλεξικό
- Μαθήτευσε για τέσσερα χρόνια στο πανεπιστήμιο.
- Είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα σε κάποιους από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες εκείνης της εποχής.
- Mαθητευόμενος κουρέας / μαραγκός / ράφτης
- ουσιαστικοποιημένοο μαθητευόμενος Βικιλεξικό
- Το αγόρι είναι ακόμη μαθητευόμενο, πρέπει να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του.
- προφορικόμαθαίνω σε κάποιον να κάνει κάτι Βικιλεξικό
- Tον έχουνε μαθητέψει να λέει ψέματα στους άλλους.
Ετυμολογία
μαθητεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μαθητεύω < ελληνιστική κοινή μαθητεύω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαθητεύω | μαθητεύεις | μαθητεύει | μαθητεύουμε | — | — |
| Παρατατικός | μαθήτευα | μαθήτευες | μαθήτευε | μαθητεύαμε | — | — |
| Αόριστος | μαθήτευσα | μαθήτευσες | μαθήτευσε / μαθήτεψε | μαθητεύσαμε | μαθητεύσατε | μαθήτευσαν / μαθητεύσαν / μαθητεύσανε |
| Μέλλοντας | θα μαθητεύσω / θα μαθητεύω | θα μαθητεύεις / θα μαθητεύσεις | θα μαθητέψει / θα μαθητεύει / θα μαθητεύσει | θα μαθητεύουμε / θα μαθητεύσουμε | θα μαθητεύσετε | θα μαθητεύσουν / θα μαθητεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαθητεύσει | έχεις μαθητεύσει | έχει μαθητεύσει | έχουμε μαθητεύσει | έχετε μαθητεύσει | έχουν μαθητεύσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαθητεύσει | είχες μαθητεύσει | είχε μαθητεύσει | είχαμε μαθητεύσει | είχατε μαθητεύσει | είχαν μαθητεύσει |
| Υποτακτική | να έχω μαθητεύσει / να μαθητεύσω / να μαθητεύω | να έχεις μαθητεύσει / να μαθητεύεις / να μαθητεύσεις | να έχει μαθητεύσει / να μαθητέψει / να μαθητεύει / να μαθητεύσει | να έχουμε μαθητεύσει / να μαθητεύουμε / να μαθητεύσουμε | να έχετε μαθητεύσει / να μαθητεύσετε | να έχουν μαθητεύσει / να μαθητεύσουν / να μαθητεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μαθητευμένο / μαθήτευε / μαθήτευσε / μαθήτεψε | — | — | έχετε μαθητευμένο / μαθητεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →