Μαθουσάλας
•
- υπεραιωνόβιος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Μαθουσάλας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Μαθουσάλας > Μαθουσάλα < εβραϊκή מְתוּשֶׁלַח (Mətušálaḥ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | Μαθουσάλας | Μαθουσάλες |
| Γενική | Μαθουσάλα | — |
| Αιτιατική | Μαθουσάλα | Μαθουσάλες |
| Κλητική | Μαθουσάλα | Μαθουσάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →