Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαιανδρικός

/me.an.ðɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχήμα μαιάνδρου, που ελίσσεται και αλλάζει συνεχώς πορεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαιανδρικός < μαίανδρ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαιανδρικόςμαιανδρικήμαιανδρικό
Γενικήμαιανδρικούμαιανδρικήςμαιανδρικού
Αιτιατικήμαιανδρικόμαιανδρικήμαιανδρικό
Κλητικήμαιανδρικέμαιανδρικήμαιανδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαιανδρικοίμαιανδρικέςμαιανδρικά
Γενικήμαιανδρικώνμαιανδρικώνμαιανδρικών
Αιτιατικήμαιανδρικούςμαιανδρικέςμαιανδρικά
Κλητικήμαιανδρικοίμαιανδρικέςμαιανδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →