Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακάκας

/maˈka.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ευφημισμός χυδαίου, (υβριστικό) υπαινικτική ανακατεμένη μορφή της λέξης μαλάκας, στον ανεπίσημο λόγο Βικιλεξικό
    • Εγώ, μακάκας με περικεφαλαία. Υψηλότερη και ογκωδέστερη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τουτέστιν μακάκας επικών διαστάσεων. Επειδή κανένα τραπεζικό ή άλλο δάνειο. Ούτε καταναλωτικό. Ούτε διακοπών. Ούτε επιχειρηματικό. Ούτε στεγαστικό. Τίποτα. Μισή δεκάρα. (Εγώ ο μέγας μακάκας, protothema.gr, 26/03/2019)
    • TABLOID/Φλωρινιώτης: «Ο Λεπά, να το πω, πολύ ευγενικά, είναι πολύ μακάκας» (Η μάχη των τιτάνων της πίστας, LIFOTEAM, 20.12.2012, www.lifo.gr)

Ετυμολογία

μακάκας < μαλάκας με μεταγραμματισμό για καμουφλάρισμα του χυδαίου χαρακτήρα της λέξης # μακάκας < μακάκος με [o] > [a]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμακάκαςμακάκες
Γενικήμακάκα—
Αιτιατικήμακάκαμακάκες
Κλητικήμακάκαμακάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →