μακαρονισμός
•
- η χρήση αναμίκτων και εξεζητημένων, ιδιωματικών ή ξένων γλωσσικών τύπων με σκοπό τη σάτιρα ή τη δημιουργία λόγιου ύφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακαρονισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική macaronisme < macaronique + -isme < αρχαία ελληνική -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακαρονισμός | μακαρονισμοί |
| Γενική | μακαρονισμού | μακαρονισμών |
| Αιτιατική | μακαρονισμό | μακαρονισμούς |
| Κλητική | μακαρονισμέ | μακαρονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →