μακαρονού
•
- κάποια που της αρέσουν πολύ τα μακαρόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακαρονού < θηλυκό του μακαρονάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακαρονού | μακαρονούδες |
| Γενική | μακαρονούς | μακαρονούδων |
| Αιτιατική | μακαρονού | μακαρονούδες |
| Κλητική | μακαρονού | μακαρονούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →