μακεδορουμανικός
•
- ο σχετικός με τους Μακεδορουμάνους, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς Βικιλεξικό
- το ζήτημα της αυτονομίας των βλαχικών χωριών της Πίνδου τέθηκε από την Ιταλία σε συνεργασία με τις μακεδορουμανικές οργανώσεις στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων (1919-1920)
Ετυμολογία
μακεδορουμανικός < Μακεδορουμάν(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακεδορουμανικός | μακεδορουμανική | μακεδορουμανικό |
| Γενική | μακεδορουμανικού | μακεδορουμανικής | μακεδορουμανικού |
| Αιτιατική | μακεδορουμανικό | μακεδορουμανική | μακεδορουμανικό |
| Κλητική | μακεδορουμανικέ | μακεδορουμανική | μακεδορουμανικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακεδορουμανικοί | μακεδορουμανικές | μακεδορουμανικά |
| Γενική | μακεδορουμανικών | μακεδορουμανικών | μακεδορουμανικών |
| Αιτιατική | μακεδορουμανικούς | μακεδορουμανικές | μακεδορουμανικά |
| Κλητική | μακεδορουμανικοί | μακεδορουμανικές | μακεδορουμανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →