μακελάρηδες
•
- μακελάρης, στην ονομαστική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- μακελάρης, στην αιτιατική του πληθυντικού Βικιλεξικό
- μακελάρης, στην κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →